Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

Καταδρομικές Πολεμικές Ιστορίες


Παρέλαση μονάδων Καταδρομών στο Σύνταγμα το 1949, μετά τη λήξη των επιχειρήσεων, ενώπιον του έφιππου βασιλέως και της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.. Σημαιοφόρος, της πολεμικής σημαίας της Γ' ΜΚ, ο Λοχαγός Γεώργιος Βορριάς,(Φωτογραφία Αρχείου)
Η στρατιωτική μας ιστορία είναι γεμάτη από αγώνες και θυσίες ανθρώπων που πολέμησαν για την πατρίδα τους, «πειθόμενοι τοις κείνων ρήμασι»! Πολλοί έχασαν τη ζωή τους, ενώ όσοι επέζησαν,  μας θυμίζουν μέσα από τις αναμνήσεις τους, το τι έγινε τότε.

Αρκετοί στάθηκαν τυχεροί και τιμήθηκαν από την πολιτεία για την προσφορά τους, ενώ δεν είναι λίγοι όσοι παρέμειναν στην αφάνεια από δική τους επιλογή, γιατί από υπερβολική σεμνότητα, δεν «διατυμπάνησαν» τα κατορθώματα τους δημόσια, επιλέγοντας τον δρόμο της σιωπής!

Και όμως, πέρα από τη σεμνότητα, υπάρχει η ιστορική μνήμη που πρέπει να διατηρείται και να μεταφέρεται στις νεώτερες γενεές για να ξέρουν! Γιατί όταν ξέρουν, μπορούν να κρίνουν καλύτερα και να ανοίγουν νέους ορίζοντες για την πατρίδα τους, χωρίς τα λάθη του παρελθόντος. Γι’ αυτό και οι παλαιοί πρέπει να μιλούν, όταν και όπου χρειάζεται!

Όπως κάθε χρόνο, την τελευταία Κυριακή του Μαΐου, τελείται το μνημόσυνο των πεσόντων στους πολέμους Ελλήνων Καταδρομέων, ξεκινώντας από τον Ιερό Λόχο το 1942 και καταλήγοντας στις επιχειρήσεις της Κύπρου το 1974. Στην Αττική, το μνημόσυνο γίνεται στο μνημείο του λόφου στο Καβούρι, ενώ παράλληλα στη Μακεδονία, τελείται στην Ρεντίνα της Θεσσαλονίκης, στο στρατόπεδο «Κατσάνη».

Η τιμή και η δόξα των πεσόντων, παραμένει ζωντανή όταν ακούγονται τα κατορθώματά τους, μέσα από τις διηγήσεις των συμπολεμιστών τους, που έζησαν και μίλησαν και τα βιώματά τους.

Δύο τέτοιοι Καταδρομείς, που δυστυχώς δεν είναι πια μαζί μας, έδωσαν μια καλή εικόνα της πολεμικής περιόδου στους απογόνους τους που την μεταφέρουμε εδώ για να τιμήσουμε τόσο τη δική τους μνήμη, όσο και των συμπολεμιστών τους.

Ένας πιστός Καταδρομέας-Ιερολοχίτης. Γεώργιος Βορριάς
(Αφήγηση του γιού του, Αντιναυάρχου ΠΝ ε.α. Ιωάννη Βορριά)

Η πολεμική ιστορία του είναι μια από τις πολλές που γράφτηκαν εκείνα τα δύσκολα χρόνια σε όλη την Ελλάδα από πολλούς ανδρείους πολεμιστές.

Άρχισε από την ηλικία των 20 χρονών όταν μετά από εξετάσεις εισέρχεται την 1η Οκτωβρίου 1940 στην Στρατιωτική Σχολή Ευέλπιδων, όπου μετά από 28 ημέρες τον βρίσκει η κήρυξη του πολέμου με την Ιταλία. Μαζί με τους 300 περίπου συμμαθητές του αποφασίζουν, την άνοιξη του1941, μετά το αναγκαστικό κλείσιμο της Σχολής, να μεταβούν μέσω Γυθείου και Κυθήρων στην ελεύθερη ακόμα Κρήτη, με τα όποια διαθέσιμα μέσα της εποχής (καΐκια) για να λάβουν μέρος ως Ευέλπιδες στην ομώνυμη μάχη κατά των δυνάμεων του Άξονα.

Αποβιβάσθηκαν κοντά στην Μονή της Οδηγήτριας στο Κολυμπάρι Χανίων την 29-4-1941. Οι Γερμανοί άρχισαν την σφοδρή επίθεση στην Κρήτη πρωϊνές ώρες της 20ης Μαΐου. Την 22-5-1941, υπερασπίζονται τα υψώματα της περιοχή της Μονής Γωνιάς, από επίθεση υπέρτερων σε εξοπλισμό Γερμανούς αλεξιπτωτιστές της 7ης αερομεταφερόμενης Μεραρχίας. Παρά τον απαρχαιωμένο οπλισμό τους και την μικρή ποσότητα πυρομαχικών που τους είχαν διατεθεί, οι 300 περίπου πρωτοετείς πολεμούν ακόμα και με τις ξιφολόγχες τους και καταφέρνουν να καθηλώσουν τους Γερμανούς! Λόγω όμως σύντομης επανασυγκρότησης των Γερμανικών δυνάμεων και των συνεχών βομβαρδισμών της Γερμανικής Αεροπορίας, ο Διοικητής των Ευελπίδων Αντισυνταγματάρχης Λουκάς Κίτσος αποφασίζει να κινηθούν προς τα Χανιά για ενίσχυση των εκεί Ελληνικών δυνάμεων. 

Κινούμενοι νυχτερινές ώρες περνούν από τα χωριά Ροδοπός, Δειλιανά, Σεμπρώνα, Χωστή, Θέρισσο, Δράκαινα και την 27-5-1941 φθάνουν στο χωριό Ραμνή, κατάκοποι, πεινασμένοι, ρακένδυτοι, με τραυματίες και χωρίς πυρομαχικά. Εκεί μαθαίνουν με απογοήτευση ότι η μάχη της Κρήτης κρίθηκε υπέρ των Γερμανών και ότι το νησί εκκενώνεται από τους Συμμάχους για να ενισχυθεί το μέτωπο της Μέσης Ανατολής. Έτσι οι Ευέλπιδες κατευθύνονται πλέον προς τα Σφακιά όπου την 28-5-1941, λίγο πριν από το οροπέδιο Ασκύφου, διατάσσονται από τον Διοικητή τους να διασκορπισθούν και να κινηθούν ανεξαρτήτως, μήπως κάποιοι από αυτούς καταφέρουν να διαφύγουν από την Κρήτη. Άλλοι φθάνουν έως τα Σφακιά, άλλοι κρύβονται σε σπηλιές ή σε Μονές (όπως η ιστορική Μονή Πρέβελη) και άλλοι, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας μου, επιστρέφουν στην περιοχή Χανίων μήπως και καταφέρουν να διαφύγουν με τον τρόπο που ήρθαν στο νησί. Δυστυχώς όμως, άοπλος και εξαντλημένος, την 30-5-1941 συλλαμβάνεται στο Κολυμπάρι Χανίων από τους Γερμανούς και φυλακίζεται σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Σούδα των Χανίων έως την 30-8-1941, οπότε αφέθηκε ελεύθερος. 

Επιστρέφει στην γενέτειρα του την Χίο, αλλά μόνο προσωρινά, γιατί ήταν αποφασισμένος με αρκετούς συμμαθητές του να συνεχίσουν τον αγώνα για την ελευθερία της Πατρίδος με κάθε τρόπο. Κρύβονται στην Μονή Μυρσινιδίου με απώτερο σκοπό να φύγουν από εκεί για την Μέση Ανατολή, για να ενταχθούν στις εκεί Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις. 

(Στο Μοναστήρι επίσης με τη βοήθειά του Ηγούμενου Αμβρόσιου, κρύφτηκαν και κατόπιν φυγαδεύτηκαν στα Μικρασιατικά παράλια, σύμμαχοι, Αξιωματικοί και στρατιώτες, Άγγλοι και Νεοζηλανδοί, για να φτάσουν στη συνέχεια στη στρατιωτική τους βάση και να ενωθούν με το συμμαχικό στρατό. Οι πολύτιμες και πολλαπλές υπηρεσίες του γενναίου πατριώτη και Ηγουμένου του Μυρσινιδίου προκάλεσαν τον θαυμασμό των συμμάχων, οι οποίοι τίμησαν τη Μονή με επαίνους και τιμητικά έγγραφα, όπως η Νεοζηλανδική Κυβέρνηση, ο Άγγλος Στρατάρχης Αλεξάντερ, πολλές Αντιστασιακές Οργανώσεις, Ελληνικές και ξένες). 

Την 18-3-1942 οι γενναίοι Ευέλπιδες αφού βρήκαν την ευκαιρία να περάσουν στον Τσεσμέ και από εκεί να κινηθούν πολλές φορές πεζοί με την υποτυπώδη αλλά σημαντική βοήθεια των Ελληνικών προξενείων της διαδρομής και των Συμμάχων, κατάφεραν μετά από απερίγραπτες κακουχίες και κινδύνους, να φθάσουν στο Ελ Αλαμέιν.

Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους από την 2η Ελληνική Ταξιαρχία που υπηρετεί πλέον, εντάσσεται οικειοθελώς στον Ιερό Λόχο και εκπαιδεύεται ως αλεξιπτωτιστής-καταδρομέας. 

Ιερολοχίτες Αλεξιπτωτιστές έτοιμοι για επιβίβαση στο αεροπλάνο. Πρώτος στη σειρά επιβίβασης ο Γεώργιος Βορριάς 
(Φωτ. Αρχείου)

Μέχρι το 1943 μετέχει με τον Ιερό Λόχο στις επιχειρήσεις της Β. Αφρικής στο πλευρό της 8ης Βρετανικής Στρατιάς, στην επιχείρηση εναντίον της τοποθεσίας Μαρέθ σε ενίσχυση των ελεύθερων Γαλλικών δυνάμεων και στην εκστρατεία της Τυνησίας στο πλευρό της 2ης Νεοζηλανδικής Ταξιαρχίας. Μαζί με τα λοιπά λαμπρά παλικάρια του Ιερού Λόχου, ως πιστός και φιλότιμος στρατιώτης, ο Ανθυπολοχαγός Γ. Βορριάς διακρίνεται για την αυτοθυσία, τον ηρωϊσμό και την αυταπάρνηση του και τιμάται με 2 Πολεμικούς Σταυρούς και το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων.

Από τον Μάρτιο του 1944 μετέχει στις προαναφερθείσες επιχειρήσεις της απελευθέρωσης των νήσων του Αιγαίου, όπου τιμήθηκε με τα παρακάτω παράσημα (αναφέρονται αναλυτικά γιατί έχουν σημασία οι περιγραφές και τα πρόσωπα-μορφές που τις συντάσσουν):

Ο Διοικητής της Α΄ Μοίρας Αλεξιπτωτιστών-Commandos, Συνταγματάρχης Ιππικού Καλίνσκης Ανδρέας (Ο μετέπειτα αναδιοργανωτής και Διοικητής των Ελληνικών Δυνάμεων Καταδρομών):

α. «Ποιούμαι εύφημον μνείαν και προτείνω όπως απονεμηθεί το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας στον Ανθυπολοχαγό Βορριά Γεώργιο (ομού με λοιπούς συναδέλφους του), διότι κατά την επιχείρηση της Σύμης 14 Ιουλίου 1944 συμμετέχοντες μετά των Τμημάτων Κρούσεως επέδειξαν επι του πεδίου της μάχης τόλμην, αυτοθυσίαν και ηρωϊσμόν υπερβαίνοντα την απλήν εκτέλεση του καθήκοντος, παρά την σφοδρότητα του εχθρικού πυρός, παραδειγματίζοντες τους υπ΄αυτούς και επιτυχόντες την παράδοση του εχθρού καλώς εγκατεστημένου και υπέρτερου εις δύναμη και μέσα.»

β. «Ποιούμαι εύφημον μνείαν και προτείνω όπως απονεμηθεί ο Πολεμικός Σταυρός Γ’ Τάξεως στον Ανθυπολοχαγό Βορριά Γεώργιο (ομού με λοιπούς συναδέλφους του), διότι συμμετασχόντες εις την επιχείρηση της νήσου Τήλου (Πισκοπής) την 27 και 28 Οκτωβρίου 1944, συνέτειναν δια της ανδρείας και της απαράμιλλου αυτοθυσίας τους εις την σύλληψη 120 αιχμαλώτων και εις την απόκρουσιν επί 11 ώρας Γερμανικής τριπλασίας εις αριθμόν αντεπιθέσεως υποστηριζομένης υπό των πυροβόλων εχθρικών αποβατικών πλοίων. Μεθ' ό, επελθούσης της νυκτός, απεχώρησαν της Νήσου συμπαραλαβόντες βαρέως τραυματισμένους συναδέλφους τους».

γ. Την 26-8-1944: «Ποιούμαι εύφημον μνείαν του Ανθυπολοχαγού Βορριά Γεωργίου (ομού με λοιπούς συναδέλφους του) διότι λαβόντες μέρος εις αναγνωρίσεις επί Νήσων του Αιγαίου κατα το διάστημα απο 16 Ιουλίου 1944 μέχρι 24 Αυγούστου 1944, εξεπλήρωσαν πλήρως τας ανατεθείσας αυτοίς αποστολάς , μη διστάσαντες να εκθέσουν εαυτούς εις τον κίνδυνον της αποκαλύψεως των υπο του εχθρού, κατόρθωσαν να εισδύσουν εντός τοποθεσιών οργανωμένων υπο του εχθρού και να συλλέξουν πολυτίμους πληροφορίας»

2. Ο Διοικητής του Ιερού Λόχου Συνταγματάρχης Πεζικού Χριστόδουλος Τσιγάντες από το απόσπασμα της Ημερησίας Διαταγής του Ιερού Λόχου της 25-4-1945: «Ομοίως ποιούμαι εύφημον μνείαν του Ανθυπολοχαγού Βορριά Γεωργίου (ομού με λοιπούς συναδέλφους του, Αξιωματικών και οπλιτών) διότι κατά την περίοδο των επιχειρήσων του Ιερού Λόχου, επεδείξαντο θάρρος, αυταπάρνησιν, επιθετικό πνεύμα και ψυχραιμίαν κατά την αντιμετώπισιν του εχθρού εις πλείστας όσας εχθροκρατουμένας νήσους του Αιγαίου».

Ανάλογες διακρίσεις του απονεμήθηκαν κατά την οδυνηρή περίοδο του Εμφυλίου, όπου πολέμησε από τον Απρίλιο 1946 έως τον Οκτώβριο 1946, ως Υπολοχαγός του 556 Τάγματος Πεζικού στην περιοχή ΠΑΡΑΝΕΣΤΙΟΥ και μετέπειτα προαχθείς σε Λοχαγό, ως Διοικητής Λόχου της Γ΄ Μοίρας Καταδρομών. 

Μέχρι το 1949 έλαβε μέρος και διακρίθηκε σε πολλές μάχες, ιδιαίτερα στη Κόνιτσα για την πύρρεια κατάληψη του υψώματος ΣΚΗΤΑΡΙ στον ορεινό όγκο της ΜΟΥΡΓΚΑΝΑΣ εγγύς της Ελληνοαλβανικής μεθορίου (ως διοικητής του 63ου Λόχου Ορεινών Καταδρομων-Λ.Ο.Κ.), στο χωριό ΕΛΑΦΙ-ΧΑΣΙΩΝ- ΑΝΤΙΧΑΣΙΩΝ, για την κατάληψη του υψώματος ΜΠΑΡΟ και εν συνεχεία της τοποθεσίας ΑΓ. ΠΑΝΤΕΣ-ΝΤΑΜΣΕ, για την κατάληψη της ΜΙΣΟΓΑΔΙΤΙΣΑΣ στο ΒΙΤΣΙ, στην αποβατική επιχείρηση προς την χερσόνησο ΠΥΞΟΥ, προς κατάληψη της οροσειράς ΓΡΑΜΜΟΥ, στην πορεία για τον ΑΛΙΑΚΜΟΝΑ, προς ΦΟΥΣΙΑ και ΠΟΡΤΑ ΟΣΜΑΝ, κατά την αναστροφή και ενέργεια προς ΒΡΎΣΗ ΖΑΡΑΡΙ, στην κατάληψη του ΦΛΑΜΠΟΥΡΟΥ, στις επιχειρήσεις του ΟΛΥΜΠΟΥ και της ΕΥΒΟΙΑΣ.

Ο λοχαγός Βορριάς σε φωτογραφία του 1950 κάπου στη Χαλκιδική. (Φωτ. Αρχείου)
Ο Διοικητής της Γ΄ Μοίρας Καταδρομών, ο Ταγματάρχης Πεζικού και μετέπειτα ονομαστός Στρατηγός Παπαθανασίου Περικλής, τον τίμησε πολλάκις αφενός με την πρόταση προαγωγής του επι ανδραγαθία στον βαθμό του Ταγματάρχη και αφετέρου με τις προτάσεις απονομής του Πολεμικού Σταυρού Β΄ Τάξεως και 2 Χρυσών Αριστείων Ανδρείας. 

Είναι ιδιαίτερα συγκινητική η αιτιολόγηση της προτάσεως για την προαγωγή του επί ανδραγαθία: 

«Τον Λοχαγό Πεζικού Βορριά Γεώργιο προτείνω δια την επ΄ ανδραγανθία προαγωγή του στον βαθμόν του Ταγματάρχου, διότι ως Διοικητής Διλοχίας κατά τη νυκτερινή καταδρομήν της 10 προς 11-8-49 δια την κατάληψη του υψώματος ΜΠΑΡΟ και εν συνεχεία της τοποθεσίας ΑΓ. ΠΑΝΤΕΣ-ΝΤΑΜΣΕ ούτος κατόρθωσε καίτοι εβάλετο πανταχόθεν , να οδηγήσει τους λόχους του μετά εξαιρετικής ακριβείας έμπροσθεν των αντικειμενικών σκοπών λόγω της υπερόχου τακτικής αντιλήψεως του και της αφθάστου ψυχραιμίας, δι΄ής από πολλού έχει επιβληθεί εις άπαντας , ανωτέρους και κατωτέρους του. Κατά την εν συνεχεία επιχείρησιν για την κατάληψιν της ΜΙΣΟΓΑΔΙΤΙΣΑΣ, την νύκτα της 12 προς 13-8-49, επι της κεντρικής τοποθεσίας ΒΙΤΣΙ και εν συνεχεία κατά την αποβατικήν επιχείρησιν προς χερσόνησον ΠΥΞΟΥ, ούτος είχεν καταστεί το έμβλημα της επιτυχίας και του ενθουσιασμού. Είναι πολύ σπάνιος Αξιωματικός με πολύ μεγάλην και ανωτέραν αντίληψιν του καθήκοντος και των υποχρεώσεών του προς την Πατρίδα. Είναι ο βράχος επί του οποίου πάντοτε ο εχθρός εθραύσθη επιτιθέμενος και επί του οποίου είναι γραμμένη το πλείστον της Ιστορίας της Μοίρας. Δια των κατά σειράν ανδραγαθημάτων του, η φήμη του έχει φθάσει παντού και έχει καταστεί θρύλος, όχι μόνο μεταξύ των στρατιωτικών, αλλά και ανά το Πανελλήνιον, όπου έδρασε η Μοίρα. Πολλάκις ηκολούθησεν την Μοίρα ασθενής και χωρίς να αναφέρη εις ουδένα, καταστάς ούτω ίνδαλμα εις τους Αξιωματικούς και Οπλίτας. Γνωρίζει τας υποχρεώσεις του και γνωρίζει άριστα να θυσιάζεται και να παρασύρει τους υπ΄αυτόν εις μεγαλουργήματα παρέχων ούτω τον εαυτόν του το πλέον άριστον παράδειγμα προς μίμησιν.

ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Ταγματάρχης Πεζικού
Διοικητής Γ΄ Μοίρας Καταδρομών ».

Ο Γεώργιος Βορριάς με τον βαθμό του Υποστρατήγου (Φωτ. Αρχείου οικογενείας Βορριά))
Ο Στρατηγός Βορριάς, που ανήλθε την κλίμακα της ιεραρχίας, στα ανώτατα αξιώματα, πέθανε μετά την αποστρατεία του σε ηλικία 65 ετών και ετάφη στην ιδιαιτέρα πατρίδα του την Χίο. 

Προτομή Στγου Βορριά στη Χίο (Φωτ. Αρχείου οικογενείας Βορριά))
Για την προσφορά του Στρατηγού Γεωργίου Βορριά στην Πατρίδα, και ιδιαίτερα για την φροντίδα που επέδειξε στην αγαπημένη γενέτειρα του, δόθηκε στην οικογένεια Βορριά (συγγενείς και απογόνους του), η ύψιστη τιμή να φιλοξενείται η προτομή του από τον Σεπτέμβριο του 1994 στον κήπο της Χίου, μαζί με τον πυρπολητή Κανάρη και άλλους επιφανείς Χιώτες.


Ένας γενναίος Λοχίας Καταδρομῶν. Χρήστος Νίκας 
(Αφήγηση του γιού του, Ταξιάρχου ε.α. Νικολάου Νίκα, ΣΣΕ 1976)


Στην φωτογραφία, ο Λοχίας Χρήστος Νίκας με την ομάδα του. Από πίσω γράφει: "Αυτή είναι η ομάδα μου. Η οικογένειά μου. Μ' αυτούς κοιμάμαι, μ' αυτούς τρώω, μ' αυτούς πολεμάω. Φρόντισα και όλοι επέζησαν" (Αρχείο οικογενείας Νίκα)
Γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Κυριάκι της Λειβαδιάς, με καταγωγή από τη Μάνη, το 1924. Στην Κατοχή, το Κυριάκι υπήρξε κέντρο ανταρτικών δυνάμεων, γι’ αυτό δεν έλειψαν και τα αντίποινα. Το χωριό κάηκε ολοκληρωτικά τρεις φορές. Στις 25.5.1943 απ’ τους Ιταλούς, και στις 3.10.1943 και 26.4.1944 από τους Γερμανούς. Τα υπάρχοντα των φτωχών Κυριακιωτών έγιναν στάχτη και πολλοί οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα. Ήταν «πέρασμα» ανταρτών από Αττική προς τους ορεινούς όγκους της Στερεάς Ελλάδας και έτσι είχε μπει στο στόχαστρο των Ναζί κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που έκαναν 

Την δεύτερη φορά, οι αντάρτες είχαν μετατρέψει την κεντρική εκκλησία σε μαγειρείο τους, ενώ τον προαύλιο χώρο σε αποθήκη πυρομαχικών. Όταν οι αντάρτες κατάλαβαν την προσέγγιση των Γερμανών, κατέστρεψαν με έκρηξη τα πυρομαχικά τους, τα ξημερώματα εκείνης της ημέρας και ξέφυγαν. Για αντίποινα οι Γερμανοί, έβαλαν φουκαράδες χωρικούς μέσα στην εκκλησία, ή ό,τι είχε απομείνει απ’ αυτήν και τοποθέτησαν εκρηκτικά για να την ανατινάξουν και να σκοτώσουν όσους βρίσκονταν μέσα! Την τελευταία στιγμή, με εντολή κάποιου ανωτέρου τους, την οποία έφερε ένας μοτοσυκλετιστής στον επικεφαλής του γερμανικού τμήματος, ακυρώθηκε αυτή η αποτρόπαια πράξη!

.Αλλά και οι αντάρτες δεν άφηναν το χωριό ήσυχο! «Για τον αγώνα σύντροφοι...» έλεγαν και έμπαιναν στα σπίτια και τα ρήμαζαν! Τα έπαιρναν όλα! Πιοτά, φαγητά, ζώα. Οι έρημοι οι χωρικοί, έμεναν ερημότεροι και φτωχότεροι. Δεν ήξεραν από ποιόν να προστατευτούν! Από τους Γερμανούς ή από τους αντάρτες; Τουλάχιστον οι Γερμανοί δεν άρπαζαν τα τρόφιμα! Πολύ λίγοι από τους Κυριακιώτες, πέρασαν στις γραμμές του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.

Ένα γεγονός, έκανε τον έφηβο τότε, Χρήστο Νίκα να διαλέξει τελικά με ποιά πλευρά θα πήγαινε:

Ιανουάριο μήνα του 1943, με χιόνι 2 μέτρα, ο καπετάνιος του τοπικού ΕΛΑΣ τον επιστράτευσε βιαίως να μεταφέρει επείγον μήνυμα στον διοικητή του κάπου έξω από τη Λειβαδιά, για τις «ανάγκες του αγώνα». Πράγματι ο Νίκας κινήθηκε και πέρασε δύο μπλόκα Γερμανών, διέσχισε κεντρικά τον Ελικώνα νύκτα με 10ωρη πορεία και λίγο πριν ξημερώσει έφτασε στο στρατηγείο του ΕΛΑΣ και παρέδωσε το σφραγισμένο μήνυμα. Ο Αρχικαπετάνιος του ΕΛΑΣ, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν έχει και δεύτερο μήνυμα, ξέσπασε λέγοντας ότι θα εκτελούσε τον σύντροφο που έστειλε έναν 18χρονο με τέτοιες συνθήκες για να ζητήσει να του αλλάξουν άρβυλα!! Γιατί αυτό ήταν το ..μήνυμα!

Τον Μάρτιο του 1947, παρουσιάσθηκε ως νεοσύλλεκτος στην Κόρινθο και από εκεί σαν εθελοντής, επιλέχθηκε για τις Δυνάμεις Καταδρομών, και ακολούθησε την εκπαίδευση στο ΚΕΜΚ, στην Βουλιαγμένη. Στη συνέχεια, αφού έγινε Δεκανέας, τοποθετήθηκε στην Γ’ Μοίρα Καταδρομών με διοικητή τον αείμνηστο, ταγματάρχη τότε, Περικλή Παπαθανασίου.

Συμμετείχε σε όλες τις επιχειρήσεις της Μοίρας ανελλιπώς και έλαβε μέρος στις φονικότερες μάχες της. Το θάρρος του, η ευστροφία του, και η ανδρεία του φάνηκαν από την πρώτη στιγμή.
  • Μάχη Κόνιτσας, 30/12/47, περιοχή Γεροπλατάνου. Έλεγε: «ξεκινήσαμε 300 περίπου επιλεγμένοι ένας κι ένας για να φθάσουμε με αναρρίχηση και πορεία μέσα στο χιόνι...» 
 (Προαγωγή επ’ ανδραγαθία διότι κατά τας επιχειρήσειςτης 29-30/12/43 εις υψώματα περιοχής ΓΕΡΟΠΛΑΤΑΝΟΥ επέδειξε θάρρος, ψυχραιμίαν, τόλμη και συγκεκριμένως, όταν το τμήμα του είσδυσε δια μέσου εχθρικής τοποθεσίας, επέδειξε ηρωϊσμόν και αυταρπάνησιν υπερβαίνοντα κατά πολύ την έννοιαν του καλώς εννοουμένου καθήκοντος )
  • Μάχη Ζαραφώνος (Λακωνία) 1/8/48 (Απονομή Πολεμικού Σταυρού Γ’ Τάξεως)
  • Επιχειρήσεις Πάρνωνος 3-7/10/48 (Πολεμικός Σταυρός Γ’ Τάξεως)
  • Μάχη του Αγ. Βασιλείου Κυνουρίας 26/1/49 Η Γ’ Μοίρα σε συνεργασία με τη Δ’ Μοίρα αιφνιδίασαν την ανταρτική δύναμη και την διέλυσαν πλήρως. (Απονομή Πολεμικού Σταυρού Γ’ Τάξεως)



Αποσπάσματα Ημερησίων Διαταγών της Γ' ΜΚ με τις προτάσεις απονομής ηθικών αμοιβών του Χρήστου Νίκα από τον διοικητή του Ταγματάρχη Περικλή Παπαθανασίου (Αρχείο Οικογενείας Νίκα)



Κατά την διάρκεια των επιχειρήσεων στις Πρέσπες, ανέλαβε την εξουδετέρωση εχθρικού πολυβολείου σε νησίδα της Μεγάλης Πρέσπας, διεισδύοντας με λέμβο, από μη αναμενόμενη κατεύθυνση, μέσω Γιουγκοσλαβίας. Κατά την προσέγγιση του στόχου το βράδυ, ενώ κωπηλατούσαν αθόρυβα, ένας στρατιώτης του, δέχτηκε θανατηφόρα αδέσποτη βολίδα προερχόμενη από το πολυβολείο. Τον κράτησε για να μην πέσει στο ήρεμο νερό και προδώσει με τον παφλασμό της πτώσης του, την παρουσία τους. Θα ήταν χαμένοι! Αφού βεβαιώθηκε ότι δεν είχαν γίνει αντιληπτοί, συνέχισαν, αποβιβάσθηκαν, εξουδετέρωσαν αθόρυβα το πολυβολείο και αποχώρησαν. Έτσι τα ξημερώματα, η μονάδα δεν δεχόταν πλευρικά πυρά κατά την ενέργεια της.

Η πιο δύσκολη μάχη όμως, ήταν η μάχη της Μουργκάνας. Η επιχείρησις «Πέργαμος» όπως ονομάσθηκε.

«Μέ τόν 63 ΛΟΚ καί Λοχαγό μας τον Βοριά, ὁπως καί ἄλλοι ΛΟΚ, ξεκινήσαμε γιά τό ΣΚΗΤΑΡΙ. Μόνο ἐμεῖς καταφέραμε νά περάσουμε καί να ἀνέβουμε. Ἀποκοπήκαμε, βοήθεια ἀπό πουθενά, μάχη ὅλη τήν ἡμέρα σῶμα μέ σῶμα. Βλέπαμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Μᾶς ἔβριζαν καί ἀνταποδίδαμε. Ἡ προπαγάνδα τους δέν μᾶς ἐπηρέαζε γνώριζα καλά ποιούς πολεμοῦσα. Ἕνας Καπετάνιος τους, «ΝΕΣΤΟΡΑ» τό ἔλεγαν μᾶς ἔρριξε χειροβομβίδα. Πρόλαβα καί τοῦ τήν ἔστειλα πίσω πρίν ἐκραγεῖ. Ἔπεσε ἀμέσως. Μικρές ἀνταρτισες δίπλα του ὑποχώρησαν. Ἀρχισε νά νυχτώνει, πυρομαχικά δέν εἴχαμε. Ὁ Λοχαγός ἀποφάσισε τακτική ὑποχώρηση δίνοντάς μου ἐντολή νά ἀναλάβω τήν κάλυψη τῶν ἐλαχίστων πού εἴχαμε μείνει. Ἐφάρμοσα τήν ταχτική τοῦ Κολοκοτρώνη. Ἔσκισα χλαίνες καί τίς τοποθέτησα σέ πολλά σημεία μέ ὅπλα. Πυροβολοῦσα μέ ὄλα. Πότε μέ τό ἕνα πότε μέ τό ἄλλο. Ἐπρεπε, ὅσο εἶχε φῶς ἀκόμα, νά μήν καταλάβουν ὅτι ὑποχωρήσαμε. Ὅταν ὑπολόγησα ὄτι θά εἶχανε φθάσει κάτω κατρακύλησα, εὐτυχῶς καί ἐπέζησα καί κάλυψα τούς συναγωνιστές μου»


Είναι χαρακτηριστική και η αφήγηση της μάχης μέσα στο βιβλίο «Ελένη» του Νίκου Γκατζογιάννη

«...Εκεί, μόλις έπεσε το σκοτάδι, οι τρακόσοι εμπειροπόλεμοι κομάντος της ταξιαρχίας των ΛΟΚ διολίσθησαν μέσα από τις γραμμές των ανταρτών έχοντας οδηγό κάποιο γέρο βοσκό, που ήξερε κάθε πάτημα στη σχεδόν λεία επιφάνεια του απόκρημνου βράχου που λέγεται Σκητάρι. Οι κομάντος είχαν εφοδιαστεί από τους Αμερικάνους με βραχείες από μηλωτή, βαριά χιτώνια και άρβυλα με λαστιχένιες σόλες που κολλούσαν αθόρυβα στους βράχους. Ήταν χωρισμένοι σε τέσσερις λόχους, ο ένας είχε διοικητή τον υπολοχαγό Γιώργο Βοριά. Λίγο πριν από τα χαράματα της 3ης Μαρτίου, ο λόχος του έφτασε στην κορυφή του Σκηταριού ακριβώς αντίκρυ από την πιο ψηλή κορυφή της Μουργκάνας.

Καθώς οι ορεινοί όγκοι άρχιζαν να διαγράφονται στο βαθυκόκκινο ουρανό βορείως του Λια, το σκοτάδι άξαφνα φωτίστηκε από πράσινες φωτοβολίδες που τινάχτηκαν σχηματίζοντας αψίδες στα επουράνια, βάφοντας με θανατερή χλομάδα τα ξαφνιασμένα πρόσωπα των ανταρτών στα χαρακώματα και των άγρυπνων χωριανών στα παράθυρά τους. Ήτανε το σήμα στις εθνικόφρονες δυνάμεις πως το Σκητάρι είχε καταληφθεί. Τώρα η σύνδεσή του με το 628 Τάγμα που πλησίαζε έπρεπε να επιτευχθεί γοργά, και τότε η ραχοκοκαλιά των αντάρτικων δυνάμεων θα τσακιζόταν. Η μάχη σχεδόν είχε λήξει

...οι λοκατζήδες πάνω στο Σκητάρι πολεμούσαν για τη ζωή τους. Μέσα σε μια ώρα αφότου πέσανε οι φωτοβολίδες, οι κομμουνιστές είχανε φτάσει, περικυκλώνοντας την αυγή το λόφο με κάμποσες μονάδες. Μια μονάδα αναρριχήθηκε στην κορυφή ακριβώς απέναντι από το λόχο του Βοριά, και τόσο κοντά, ώστε μπορούσαν να φωνάξουν πάνω από το χάσμα που τους χώριζε. Ο υπολοχαγός Γιώργος Βοριάς τηλεφωνούσε σαν τρελός για τις ενισχύσεις που περίμενε από το 628 Τάγμα, αλλά του είπανε πως είχαν καθηλωθεί στα αντερείσματα σε απόσταση πέντε χιλιομέτρων.

Μαζί με τους αντάρτες στην αντικρινή κορφή υπήρχαν και πολλές ανταρτίνες, μερικές από το Λια. Βρήκαν σ' ένα σκοτωμένο λοκατζή μια καραβάνα που είχε μέσα σοκολάτα, και μια από τις νεαρές ανταρτίνες έφαγε το κομμάτι και φώναξε: «Έι, κωλογλείφτες της Φρειδερίκης! Πολεμάτε με σοκολάτες, βλέπω! Απόψε θα σας ταΐσουμε όλους σκατά!».

Καθώς περνούσε η μέρα, οι λοκατζήδες γαντζωμένοι κατάκορφα στο Σκητάρι είχαν όλο και πιο σοβαρές απώλειες, όμως οι αντάρτες, αν και διάθεταν πολύ περισσότερα πολυβόλα, δεν μπορούσαν να περάσουν το στενό φαράγγι, που χώριζε τις δύο κορυφές. Ο Βοριάς μέτρησε από τους ογδόντα πέντε άντρες του οχτώ νεκρούς και είκοσι τέσσερις τραυματίες, ανάμεσά τους και κάποιος στρατιώτης από τη Σκιάθο ονόματι Κατσάμπαρης, που είχε μια τεράστια πληγή στο στήθος και βογκούσε άγρια από τους πόνους· οι κραυγές του υποσκάπτανε το ηθικό των παγιδευμένων λοκατζήδων πιο πολύ από τα καταιγιστικά πυρά. «Μη φωνάζεις τόσο δυνατά», διέταξε ο Βοριάς το φαντάρο. «Σ' ακούνε οι αντάρτες!». Το μπρουμυτισμένο κορμί σώπασε, ύστερα μάζεψε τις στερνές δυνάμεις του και αντί για τις κραυγές του πόνου έπιασε να τραγουδάει αψήφιστα. Ξεφώνιζε ένα λαϊκό τραγούδι. «Κάποια μάνα, αναστενάζει», διαλαλούσε, και συνέχισε να τραγουδάει ώσπου ξεψύχησε.

Οι λοκατζήδες ζητήσανε με τον ασύρματο αεροπορική υποστήριξη, αλλά όταν τ' αεροπλάνα επιχείρησαν να τους ρίξουν πυρομαχικά, ισχυροί άνεμοι παρασύρανε βορειότερα τα δέματα που πέσανε στα χέρια των ανταρτών. Την ώρα που ο ήλιος μεσουρανούσε, περιόρισαν τη χρήση των πυρομαχικών. Οι αντάρτες στην αντικρινή κορφή άρχισαν να καταστρώνουν νυχτερινή επίθεση στο Σκητάρι.

Στις 3 Μαρτίου, ώρα δύο μετά τα μεσάνυχτα, οι τύχες του πολέμου αλλάξανε και τα κυβερνητικά στρατεύματα υποχώρησαν.

Εκείνη την ίδια νύχτα οι λοκατζήδες χάσανε το Σκητάρι. Όταν έπεσε το σκοτάδι, ο υπολοχαγός Βοριάς διαπίστωσε πως του είχαν απομείνει μόνο δεκατρείς από τους ογδόντα πέντε άντρες του. Οι υπόλοιποι είχαν σκοτωθεί και τραυματιστεί ή τους είχε στείλει πίσω να μεταφέρουν τους λαβωμένους συναδέλφους. Όταν ζήτησε ενισχύσεις από τους λόχους των ΛΟΚ που πολεμούσαν στ' αντερείσματα του υψώματος, πληροφορήθηκε πως είχανε φύγει. Αφού έσκαψε ένα χαντάκι στο χιόνι για να θάψει τους νεκρούς, ο Βοριάς και οι επιζώντες άντρες του κουτρουβάλησαν την απόκρημνη πλαγιά του υψώματος, ωσότου έφτασαν σε μια ρεματιά και διέφυγαν προς τα νοτιοανατολικά. Η Επιχείρηση Πέργαμος είχε αποτύχει.»

Ο Λοχίας Χρήστος Νίκας, ήταν ο επιλοχίας του λόχου του Βορριά! Για όλα αυτά, του απενεμήθη και το Αριστείο Ανδρείας, σπάνιο για έφεδρο Λοχία.

Φωτογραφία τραβηγμένη μετά τη μάχη του Αγ. Βασιλείου. Δεξιά με τη λευκή "αλάσκα" (χιτώνιο)  ο λοχίας Νίκας. Φαίνεται χαρακτηριστικά η κόπωση των δύο καταδρομέων (Αρχείο Οικογενείας Νίκα)
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, όντας παντρεμένος με παιδί, έπαιρνε κάποιες άδειες, αλλά δεν πλησίαζε το χωριό του, γιατί ήξερε ότι κυκλοφορούσαν ακόμη ομάδες ανταρτών και με την πρώτη ευκαιρία θα τον κτυπούσαν. Τη γυναίκα του τη συναντούσε στη Λειβαδιά. Πέθανε ο πατέρας του και δεν πήγε να τον δει. Το σπίτι του καμμένο και η οικογένειά του τα έβγαζε πέρα πολύ δύσκολα, με τη μάννα του ετοιμοθάνατη στο νοσοκομείο.

Ημέρα απόλυσης! Ο Λοχίας Νίκας (δεύτερος καθήμενος από δεξιά με τα παράσημα στο στήθος) με τους άνδρες του στις Μαρκάτες Χαλκίδας, σε μια αστεία στιγμή, πειράζοντας ο ένας τον άλλο. (Αρχείο Οικογενείας Νίκα)
Μετά το τέλος του πολέμου, του προτάθηκε να παραμείνει στο στρατό, αλλά προτίμησε να αφοσιωθεί στο στήσιμο του σπιτιού του. Με τη (μοναδική) βοήθεια του κράτους,  φοίτησε σε σχολή ξυλουργών στη Λαμία και έγινε ένας άριστος τεχνίτης που δούλεψε σκληρά, για να ζήσει την οικογένειά του.

Το 1976, στην καθιερωμένη δεξίωση για τους αποφοιτούντες ανθυπολοχαγούς της Σχολής Ευελπίδων, ο γιός του, όντας ανθυπολοχαγός, βρέθηκε μπροστά στον στρατηγό Βορριά, ο οποίος ήταν τότε διοικητής της ΑΣΔΕΝ. Ένας συμμαθητής του τον σύστησε στο στρατηγό, λέγοντάς του ότι ο πατέρας του υπηρέτησε σαν επιλοχίας του, στον πόλεμο. «Δεν πιστεύω να είσαι ο γιός του Χρήστου του αρβανίτη; Δεν ξέρεις τι πατέρα έχεις! Αναλάμβανε όλες τις δύσκολες αποστολές, φτιάχνοντας τις ομάδες μόνος του, διαλέγοντας αρβανίτες φίλους του και τις έφερνε όλες εις πέρας. Δεν έχασε κανέναν. Μας έσωσε πολλές φορές! Να του πεις να έλθει να με συναντήσει». Έτσι κάθε χρόνο, ο τόπος συνάντησής τους ήταν στο μνημόσυνο Καταδρομών στο Καβούρι, μέχρις ότου έφυγαν και οι δύο! 

Στην δεκαετία του ’80, όταν η κυβέρνηση αποφάσισε να δώσει συντάξεις σε όσους συμμετείχαν στην εθνική αντίσταση, πήραν και αυτοί που ήταν τότε αντάρτες και ανήκαν στον «Δημοκρατικό Στρατό». 

Πολλές φορές έλεγε πικραμένος στα παιδιά του, ότι «..αυτοί που δεν υπηρέτησαν, αυτοί που έκαναν κακό, αυτοί που πολέμησα, παίρνουν συντάξεις και προνόμια.. Εμείς τότε ..τι κάναμε;» Ερώτημα χωρίς απάντηση...

Πέθανε το 1994 σε ηλικία 70 ετών, αφήνοντας στα παιδιά του τη μνήμη του και την πίστη του στην πατρίδα. Ίσως να είναι μαζί με το Βορριά και τους παλαιούς συμπολεμιστές και να τα λένε! 

Μνημείο πεσόντων Καταδρομέων 1942-1974 στο λόφο Καβουρίου Βουλιαγμένης
Στο μνημόσυνο των Καταδρομών στο Καβούρι, μαζί με τους πεσόντες ας θυμόμαστε και αυτούς!

Ανιχνευτής






Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας, στα πλαίσια της ευγένειας και της ευπρέπειας.